www.tsipouro.gr


Μετάβαση στο περιεχόμενο

Κύριο Μενού:


Παραδοσιακή

ΑΠΟΣΤΑΞΗ

‘Όποιος μες το λιοπύρι δεν έχει μαζέψει, δεν έχει κουβαλήσει μοσχάτο σταφύλι,
Όποιος δεν αφουγκράστηκε την υπομονή και την αναζωογόνο κόπωση του αμπελουργού του μερακλή,
Δεν έχει γνώμη για το τσίπουρο.’’
Αυτό για τους αγαπητούς μας γευσιγνώστες, οινοχόους.


Το τσίπουρο δεν ξεκινά με την φωτιά τον άμβυκα και τρά λά λά.
Θέλει σταφύλι, θέλει αμπέλι, θέλει ευλογημένο χώμα, ζωογόνες ηλιαχτίδες, βροχές στην ώρα τους, παιχνιδιάρικα μελτέμια, υπομονή, σοφία, γνώση, θέλει χάδια, θέλει διάχυτες συλλογικές αγάπες. Δεν θέλει εγωιστές αρρωστημένους, ασυνείδητους γεωπόνους και πονηρούς συνεργάτες.


Το τσίπουρο ξεκινά τις κρύες νύχτες του χειμώνα.
Ξεκινά με το αμπέλι, με την πρωινή αύρα.
Το αμπέλι πρέπει να ετοιμαστεί, να καλλωπιστεί, να συνουσιαστεί με τα στοιχειά της φύσης, με το χαμόγελο του Διόνυσου.
Ο αμπελουργός πρέπει να του μιλά, να το χαϊδεύει, να νοιάζεται, να μυρίζει τον ουρανό, τα χώματα, τους αέρηδες.
Ώρες εργασίας, πρέπει να γίνουν ένα, να συντονιστούνε, να αντιμετωπίσουν τις νευρικές καταιγίδες, τους πειναλέους εισβολείς.



Κι όταν όλα πάνε καλά και βγουν τα γλευκόμετρα, οι καλλίφωνοι κελαηδούν, οι εργάτες συλλέγουν και ο αμπελουργός ανησυχεί μην τραυματίσουν τις μάνες. Καλή σοδειά σημαίνει καλό τσίπουρο. Θα πατήσουμε τα σταφύλια, θα αφαιρέσουμε τα ξυλώδη και θα περιμένουμε τους καλούς πειναλέους εισβολείς να αναλάβουν την ζύμωση. Να γιατί η κόπωση και το ξενύχτι μπροστά στον άμβυκα είναι γιορτή είναι ιεροτελεστία.

Στον άμβυκα θα μπουν τα στέμφυλα, η αγάπη μας και τα μυστικά μας.
Κλείνει και σφραγίζεται ο ομφαλός, το καπάκι. Σταθεροποιείται αυτό το άγριο και συνάμα ζεστό στοιχειό της φύσης η φωτιά.
Σε λίγο αρχίζει η πνευμάτωσις. Ξεκινούν οι υδρατμοί, χορεύουν, άλλοι άγριοι βίαιοι, σφυρίζουν σε νότες άγνωστες, άλλοι χέρι, χέρι, απαλά, ως πέπλα μυστήρια, μεταφέρουν γνώση, ενέργεια, ζωή, ανεβαίνουν σιγά, σιγά ως τον ομφαλό, ως το υψηλό σημείο της ειμαρμένης.
Μπαίνουν στον ψυκτήρα, άγριοι και ήρεμοι γίνονται ένα. Το καλό τσίπουρο πρέπει ν’άχει απ’όλα.
Το αέριο μετατράπηκε σε υγρό. Ένα από τα θαύματα. Κυλά σε νότες πιο υψηλές, ίσως πιο γλυκές. Χρώματα που το ανθρώπινο μάτι δεν βλέπει, κυλούν προς τον συλλέκτη. Ο αμπελουργός ανοιγοκλείνει τα μάτια του, αφήνει το ποτήρι του κρασιού στην άκρη, σηκώνεται, οι συνδαιτυμόνες σταματούν την κουβέντα, πλησιάζει τον συλλέκτη, δοκιμάζει τρεις σταγόνες θαύμα, χαμογελά. Οι συνδαιτυμόνες συνεχίζουν την κουβέντα.
Η απόσταξη θα χωριστεί σε κεφαλή - καρδιά - ουρά. Η κεφαλή, το πρωτοστάλαγμα που λέμε θα κρατηθεί για εντριβές και κρυώματα του χειμώνα.
Η καρδιά προς πόση. Η ουρά θα πάει εκεί που της αξίζει.

Η απόσταξη έλαβε τέλος. Ο αμπελουργός ψάχνει να βρεί την ροδαλή σκιά του, την όμορφη Τυρναβίτισα γυναίκα του, που αθόρυβα όλο το χρόνο αγωνιά μαζί του. Από τις καλοχτενισμένες πλεξούδες της, το φυσικό της άρωμα του γλυκαίνει την μύτη, της πιάνει απαλά το χέρι και πάνε να φωλιάσουν. σπονδή στον Διόνυσο.-


Υπομενού


Επιστροφή στο περιεχόμενο | Επιστροφή στο κύριο μενού